PDA

Δείτε τη Πλήρη Έκδοση : Νίκος Καββαδίας



axklbs
12 Φεβρουαρίου 2008, 10:52
Με αφορμή το πέρασμα των 33 χρόνων από την ημέρα του Θανάτου του μεγάλου Ελληνα ποιητή Νίκου Καββαδία στις 10 Φεβρουαρίου το 1975 σκέφτηκα να δημιουργήσω αυτό το μικρό αφιέρωμα στο έργο που άφησε πίσω του αυτός ο ποιητής που χωρίς να προσπαθήσει να εκφραστεί με βαθυστόχαστες λέξεις και υψηλές μα και δυσνόητες έννοιες κατάφερε να αγγίξει χιλιάδες ανθρώπους που δεν υπήρξαν ποτέ λάτρεις της ποίησης, αλλά και της.. θάλασσας.



Καββαδίας Νίκος




http://www.agra.gr/author2/373.jpg



Βιογραφία :


Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μιά μικρή πόλη της Ματζουρίας κοντά στο Χαρμπίν, από γονείς Κεφαλλονίτες. Πολύ μικρός πρωτοταξίδεψε, όταν οι γονείς του αποφάσισαν να επιστρέψουν στο νησί τους, αν και, η οικογένεια Καββαδία θα ζήσει ελάχιστα εκεί, και τελικό της λιμάνι θά είναι ο Πειραιάς, στον οποίο μετοικεί το 1921, όταν ο Νίκος είναι μόλις 11 ετών. Στον Πειραιά ο ποιητής τελειώνει Δημοτικό και Γυμνάσιο. Μαθητής ακόμη του δημοτικού, γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Το 1929 μπαίνει υπάλληλος σε ένα ναυτικό γραφείο. Αντέχει μόνο λίγους μήνες να βλέπει τους άλλους να ταξιδεύουν. Τα καράβια κι η θάλασσα είναι το όνειρό του. Μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό, και για μερικά χρόνια συνεχίζει να φεύγει με τα φορτηγά, γυρίζοντας πίσω μονίμως ταλαιπωρημένος και αδέκαρος... Η ανέχεια τον κάνει ν' αποφασίσει να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Στην αρχή σκεφτότανε να γίνει καπετάνιος, μα τα χρόνια είχαν περάσει, τα είχε φάει η λαμαρίνα, και το δίπλωμα του Ασυρματιστή ήταν ο μόνος σύντομος και αξιοπρεπής δρόμος γιά τα καράβια. Παίρνει το δίπλωμα του το 1939, αλλά αντί να μπαρκάρει βρίσκεται στρατιώτης στην Αλβανία και κατόπιν ξέμπαρκος στην Αθήνα με την γερμανική Κατοχή. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος , το 1944, ξαναμπαρκάρει, αδιάκοπα πιά, ως ασυρματιστής, γυρίζοντας όλο τον κόσμο, ως το Νοέμβρη του 1974. Τρεις μήνες άντεξε μακρυά από τη θάλασσα. Πεθαίνει από εγκεφαλικό επεισόδειο στις 10 Φεβρουαρίου του 1975.


Ο Νίκος Καββαδίας είναι ίσως ο μόνος που αξίζει τον χαρακτηρισμό του απόλυτα βιωματικού στήν ποίησή του. Μιλάει πάντα γιά τα καράβια που έζησε, τους ναυτικούς που γνώρισε, τους έρωτες, τους καυγάδες και τους θανάτους στα λιμάνια,με την γλώσσα των καραβιών,αλλά και κάποιους ιδιωματισμούς της Κεφαλλονιάς, να μπλέκονται στα γνήσια λαϊκά ελληνικά του. Ο Ερωτάς του για τα ταξίδια και τη θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση αγάπης και μίσους, ο ίδιος έρωτας που τον οδήγησε να μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ετών, αφήνοντας την σίγουρη δουλειά του ναυτικού γραφείου, είναι ορατός σε κάθε στίχο του, και τόσο δυνατός που διαπερνά τον αναγνώστη, τον κάνει να ξεχάσει τις άγνωστες λέξεις και τους ναυτικούς όρους , και να συνεπαρθεί απόλυτα από την αλήθεια του Λόγου του Ποιητή.
Ο Νίκος Καββαδίας άφησε πολύ λίγα πίσω του, μόλις τρείς ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και τρία μικρά πεζά. Ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα, κι η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με την μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιό δημοφιλείς μας ποιητές, δυστυχώς μετά τον θάνατό του.


http://www.peri-grafis.com/patroklos/spaw/images/kavvadias.jpg


Έργα του :

Μαραμπού, 1933, Ποιήματα
Πούσι, 1947 , Ποιήματα
Τραβέρσο, 1975 , Ποιήματα
Βάρδια, 1954 , Μυθιστόρημα
Λι, Στο Αλογό Μου , Του Πολέμου, 1987 , μικρά πεζά.Πάρα πολλά έργα του τα έχουμε ακούσει μελοποιημένα από διάφορους συνθέτες όπως ο Θάνος Μικρούτσικος και χιλιοτραγουδισμένα από Ερμηνευτές όπως ο Γιάννης Κούτρας, ο Βασίλης Παπακωσταντίνου η Αιμιλία Σαρρή αλλά και πολλοί άλλοι.



http://img.pathfinder.gr/clubs/files/9442/146.jpg
Ποιήματα :




ΚΑΡΑΝΤΙ


Μπάσες στεριές ήλιος πυρρός και φοινικιές
ένα πουλί που ακροβατεί στα παταράτσα
γνέφουνε δυο στιγματισμένα μαύρα μπράτσα
που αρρώστιες τα 'χουνε τσακίσει τροπικές


Παντιέρα κίτρινη σινιάλο του νερού
φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο
τα δυο φανάρια της νυκτός κι ο Πισανέλο
ξεθωριασμένος απ' το κύμα του καιρού


Το καραντί το καραντί θα μας μπατάρει
σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά
από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει


Όρντινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό
όπως και τότε απ' του Κολόμπο την κουκέτα
χρόνια προσμένω να τυλίξεις την μπαρκέτα
χρόνια προσμένω τη στεριά να ζαλιστώ


Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς
κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους
της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς


Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά στο στόμα φύκια
έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά
κατάστιχτη πελεκημένη απο σπαθιά
διπλά φορώντας των Ίνκας τα σκουλαρίκια


Το καραντί το καραντί θα μας μπατάρει
σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά
από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει







ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ


Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικανικόν ατσάλινο μαχαίρι
- όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες -
που από ένα γέρον έμπορο τ' αγόρασα στ' Αλγέρι.
Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μιαν παλιάν ελαιογραφίαν του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:
"Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν, πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.
Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του, γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, το δύστυχο αδερφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.
Ένας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μ' αυτό μου φέρνει τρόμο.
Σκύψε και δες το, μι' άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είν' αλαφρή, για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις."
- Πόσο έχει; - Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις, πάρ' το.
Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...





KURO SIWO


Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ιντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.


Περ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σού 'πανε μια κούφιαν ώρα στην Αθήνα.


Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μεσ' στο μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;"


Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυό μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος πού 'χα με κούραση γυμνάσει.


Η λαμαρίνα!.. η λαμαρίνα όλα τα σβήνει!
Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μιά ζώνη
κ' εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ' το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.






ΜΑΡΑΜΠΟΥ


Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.
Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.
Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.
Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.
Ήμουνα τότε δόκιμος σ' ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.
Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου όπου 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.
Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της ¶βιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.
Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.
Ένα μικρό της πέρασα σταυρό απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε, την πόλη.
Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της ¶μμου.
Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.
Θα προχωρήσω!...ΜΙα βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.
Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.
Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.
Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
"μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της".
Όταν την είδα και στο φως τ' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σα να 'χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.
Δώδεκα φράγκα γαλλικά...Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου...Μ' απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.
Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ' αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συγχωρέσει...
Το χέρι τρέμει...Ο πυρετός...Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...


Και αρκετά άλλα ποιήματα που όλοι έχουμε ακούσει ή διαβάσει σίγουρα κάπου..


http://cgi.di.uoa.gr/~gram/kavad.gif




GtAGYnVTBcA
w-Bhb3cSfxk
j88MI4OH44E
WLpfGEbWBhY


Βοηθημα - Γλωσσάρι για κατανόηση των ναυτικών όρων.. (http://homepages.pathfinder.gr/endymionpubl/Glossarikav.pdf)


Πηγές :


http://www.geocities.com/kveragr/marabu.html#marabu
http://www.greece.org/poseidon/work/literature/wordy.html#7
http://www.smiley.cy.net/tsymeo/poetry-3.htm

fmayakos
12 Φεβρουαρίου 2008, 10:56
Μακράν ο αγαπημένος μου ποιητής!
Σ' ευχαριστώ, axklbs, για τη βιογραφία! :)

savvasferrari
12 Φεβρουαρίου 2008, 11:49
Ωραίος!;) ;)
Ευχαριστούμε axklbs για την υπέροχη βιογραφία!

GrigD
12 Φεβρουαρίου 2008, 12:16
πολυ καλη δουλεια Αχιλλεα και ωραιο αφιερωμα, απο τα ποιηματα που εβαλες περισσοτερο μου αρεσε το μαραμπού

GFani
12 Φεβρουαρίου 2008, 12:43
Μπραβο Αχιλλεα! Απο τους αγαπημενους μου ποιητες. Χρησιμοποιεί πολύ την "καραβίσια" γλώσσα, που για να καταλαβεις τις σκεψεις του πρεπει να την γνωριζεις. Εβαλες και μερικα απο τα αγαπημενα μου ποιηματα του.:)

skywalker00
12 Φεβρουαρίου 2008, 13:08
Ωραιο αφιέρωμα

mimika
12 Φεβρουαρίου 2008, 13:31
Εξαιρετικό αφιέρωμα Αχιλλέα.Συγχαρητήρια.
Η απόδοση από τους "Ξέμπαρκους" στο S/S IONION 1934, των ποιημάτων του Νίκου Καββαδία είναι πολύ αγαπημένος δίσκος.
Ιδιαίτερα το τραγουδι που τραγουδάει η Δήμητρα Γαλάνη.


Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου·
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...
Είναι καιρός που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.
Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
- σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε -
και τ' άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.
Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.
Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: Το Μάρτη...
Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.
Να πεις ' όλους τους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει ν' απαντήσεις την Ελένη,
πως μ' ένα φορτηγό - πες της - μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...
Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.
Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ' εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ' έκαμα να κλάψεις.
Δε θα 'βρεις, βέβαια, λόγια για μι' απάντηση.
Μα Δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...

Tapame
12 Φεβρουαρίου 2008, 13:58
Μπραβο ρε axklbs.Πολυ καλη δουλεια.Εχει τυχει να διαβασω μερικα αλλα θυμαμαι πολυ καλα το μαραμπου το οποιο πραγματικα σε ταξιδευει κ σε κανει να νιωθεις καπως επειδη ξερεις(καλα δεν λεω?) οτι αυτα που γραφει ειναι πραγματα που εχει ζησει

Θα διαβασω κ τα υπολοιπα του αφου γραφετε και σεις τοσο καλα λογια

axklbs
12 Φεβρουαρίου 2008, 14:12
Mια χαρα τα λες Tapame ετσι ειναι, και μαλιστα κυκλοφορει και γλωσσαρι για όλα όσα δυσκολεύουν στην κατανόηση.. Θα το προσθέσω..
Thanks!

ditr0d
12 Φεβρουαρίου 2008, 14:21
O αγαπημένος μου. Τον γνώρισα από τις μελοποιήσεις των ποιημάτων από τον Μικρούτσικο και τον Παπακωνσταντίνου και έτσι διάβασα και τα ποιήματα του. Αν και δεν καταλαβαίνω τους ναυτικούς όρους μου αρέσουν πολύ.

tarantina
12 Φεβρουαρίου 2008, 14:25
Τι απιστευτο κομματι το "μαχαιρι"!!!!!Οχι οτι τα αλλα υστερουν καπου αλλα το συγκεκριμενο τραγουδισμενο απο τον Παπακωνσταντινου δινοντας και μια υποψια ροκιας ειναι μαγικο..εκπληκτικο ριβιου αχιλλει :respect:

amhel_79
12 Φεβρουαρίου 2008, 15:09
"το μαχαιρι" οταν το ειχα ακουσει ειχα ανατριχιασει ολοκληρος!
απιστευτο κομματι και απιστευτο αφιερωμα!!
well done axklbs!!:clapping: :clapping:

Straniero
12 Φεβρουαρίου 2008, 15:13
Μπραβο δικε μου,πολυ καλη δουλεια,χρειαζονται τετοιου ειδους παρουσιασεις!!:thumbsup1 :thumbsup1 Ειδικα απο μελοποιημενα εργα του,ο σταυρος του νοτου απο Θανο Μικρουτσικο.......ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ!!!:respect::worthy:

SDRyche
12 Φεβρουαρίου 2008, 16:03
Ένας από τους καλύτερους και πιο "ανθρώπινους" ποιητές της χώρας μας. Ευχαριστώ πάρα πολύ για το υπέροχο αφιέρωμά σου και κυρίως γιατί μου τον θύμησες!

2nisis
12 Φεβρουαρίου 2008, 16:19
Ένα ακόμα ποίημα του Καββαδία είναι το "Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ" όπου μελοποίησε και εκτέλεσε ο Δημήτρης Ζερβουδάκης ("Γράμμα σ'ένα ποιητή" λέγεται το τραγούδι). Πολλοί δεν ξέρουν οτι είναι του Καββαδία, γιατι δέν έγραψε τη μουσική του ο Μικρούτσικος οπως όλα τα υπόλοιπα.

Ο Καίσαρας Εμμανουήλ είχε γράψει κάποτε σε κάποιο ποίημά του τον εξής στοίχο: "Φαίνεται πια πως τίποτα...τίποτα δεν μας σώζει" όταν διένυε μια περίοδο κατάθλιψης.
Στην ουσία το ποίημα του Καββαδία γράφτηκε προς απάντηση του.

0UFs-zlfMU0


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

«Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει…»
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ


Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σΆ αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατέλειωτη γη.

Κάτι που θα ΅κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά.
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θαΆ κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τΆ αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιο τρόπο που, ως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ… Σκεφτήτε… Εγώ.
Ένα καράβι… Να σας πάρει, Καίσαρ… Να μας πάρει…
Ένα καράβι, που πολύ μακριά θα τΆ οδηγώ.

Μιά μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κιΆ οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιό απομακρυσμένες
κιΆ εγώ σΆ αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
γιά τους αστερισμούς ή γιά τα κύματα
γιά τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε νΆ ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τΆ ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κιΆ ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει.
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουϊσκυ.

Και μιά γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
– μιά γριά σΆ ένα πολύβουο καφενείο –
μιά αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κιΆ ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μιά βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιάς Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δήτε – ίσως – τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κιΆ από πεζό χωμάτινο ένα μνήμα,
δε θα ΅ναι ποιητικώτερο και πιΆ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τΆ άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντας τα να με οικτείρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα ΅τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθήτε.
ΚιΆ όπως εγώ για ένΆ αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθήτε.

winter_sun
12 Φεβρουαρίου 2008, 21:36
ευχαριστώ πολύ axklbs - πολύ καλή μίνι βιογραφία :thumbsup1

τον Καββαδία τον γνώρισα από ένα φιλόλογό μου στο Λύκειο και θυμάμαι ότι με είχε εντυπωσιάσει,ειδικά μελοποιημένα τα ποιήματά του απογειώνονται

myrona
12 Φεβρουαρίου 2008, 22:10
Aχιλλέα :respect::respect::respect::respect::respect::resp ect::respect::respect:
Ti να πω φίλε :clapping::clapping::clapping::clapping:
Πολύ καλή δουλειά...Δεν έχω λόγια

sangreaL
13 Φεβρουαρίου 2008, 21:53
φοβερή δουλειά. μπράβο φίλε. :)

antreas9
14 Φεβρουαρίου 2008, 13:55
Εξαιρετικοί στίχοι ! Και εγώ τον γνώρισα και τον αγάπησα μέσα από την καταπληκτική δουλειά του θάνου μικρούτσικου!

menes
16 Φεβρουαρίου 2008, 16:22
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά
οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι,
το επίχρισμα, η άγια σκουριά, που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.

Να είναι καλά οι Μικρούτσικος & Κωχ που γνωρίσαμε αυτόν τον μεγάλο ποιητή.

john_maniac
17 Οκτωβρίου 2008, 02:52
Πάρα πολύ καλός ποιητής. Δυσνόητος ίσως για κάποιους αλλά αν γνωρίσεις τα ποιήματα του, μπαίνεις στο νόημα.

Η μελοποίηση των έργων του από τον καταπληκτικό μουσικό που ακούει στο όνομα Θάνος Μικρούτσικος πιστεύω ότι είναι μια μοναδική συνάντηση των τεχνών με ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα.

Αχιλλέα μπράβο για το αφιέρωμα! Χρειαζόταν στο site! :oops: :innocent: :grin: